Θέματα

Μέριλ Στριπ: Η κορυφαία ηθοποιός στον κόσμο

Από -

Η Αμερικανίδα ντίβα γνωρίζει για μία ακόμη φορά την αναγνώριση ολόκληρου του κινηματογραφικού κόσμου ως Μάργκαρετ Θάτσερ στη «Σιδηρά Κυρία». Ο Γιάγκος Αντίοχος ξετυλίγει την καριέρα της από την πρώτη της εμφάνιση στην οθόνη και εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η Μέριλ Στριπ στέκεται τα τελευταία 35 χρόνια στη δυσπρόσιτη κορυφή του Χόλιγουντ.    

Είναι μερικές φορές που οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους: 16 υποψηφιότητες για Όσκαρ, άλλες 26 για Χρυσές Σφαίρες, ερμηνευτικό βραβείο στα φεστιβάλ Κανών και Βερολίνου, δύο Emmy και ένα βρετανικό BAFTA. Στην περίπτωση όμως της Μέριλ Στριπ οι αριθμοί αδικούν τη σπουδαιότερη κινηματογραφική ντίβα των καιρών μας. Κι αυτό γιατί η ώριμη πλέον σταρ έχει καταφέρει στην τριανταπεντάχρονη καριέρα της όχι μόνο να γκρεμίσει όλα τα ρεκόρ σε βραβεία, αλλά και να αφήσει το δικό της καλλιτεχνικό αποτύπωμα στην 7η τέχνη, πηγαίνοντας από την πρώτη στιγμή κόντρα σε κάθε κανόνα που επέβαλλε το συνήθως άκαμπτο Χόλιγουντ. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η Μάργκαρετ Θάτσερ –την οποία υποδύεται με συγκλονιστική ακρίβεια στη «Σιδηρά Κυρία»– κατάφερε να μπει στο αυστηρά αντρικό σπορ της πολιτικής και να διαλύσει με τον ανυπέρβλητο κυνισμό της τις κοινωνικές αντιλήψεις που ήθελαν τις γυναίκες φύσει και θέσει ευαίσθητες, έτσι και η Στριπ κατάφερε να κάνει καριέρα με τους δικούς της όρους.

Αρνούμενη να εκμεταλλευτεί φτηνά το αδιαμφισβήτητο σεξαπίλ της, ανατρέποντας κάθε έννοια καθαρού ίματζ με τις αλλεπάλληλες ερμηνευτικές της μεταλλάξεις, αλλά κυρίως γυρίζοντας την πλάτη στην αδηφάγα μηχανή του αμερικανικού σταρ σίστεμ, η πεισματάρα ηθοποιός χάραξε τη θριαμβευτική της πορεία πάνω σε άγραφο χαρτί. Αυτή η όμορφη κοπέλα από το Νιου Τζέρσεϊ υπηρέτησε από την πρώτη της κιόλας εμφάνιση στην οθόνη την έννοια της καλλιτεχνικής διαχρονικότητας – και μάλιστα μέσα στο ίδιο το βασίλειο του οπτικού ηδονισμού και της εμπορικής ευκολίας που λέγεται Χόλιγουντ.

Η Μέριλ Στριπ, όμως, ουδέποτε αυτοπροσδιορίστηκε ως «ποιοτική ηθοποιός»: κινούμενη μέσα στα όρια του mainstream σινεμά, και πιο συγκεκριμένα στα πιο ενδιαφέροντα πλαίσιά του, δεν απαρνήθηκε ούτε μία στιγμή την εμπορικότητα του κινηματογραφικού μέσου. Απλώς δεν έθρεψε την καριέρα της με τις αυτάρεσκες ευκολίες του. Με αλλαγές κινήσεων και βάρους, διαφορετικές προφορές και μια σειρά από περούκες και εξτραβαγκάντ χτενίσματα κατάφερε να γίνει εξπέρ των κινηματογραφικών μεταμφιέσεων. Το βασικό της όπλο υπήρξε πάντοτε η μαθηματική –θα μπορούσε να πει κανείς καρτεσιανή– υποκριτική ακρίβεια στη διαμόρφωση των ρόλων.

Ερμηνευτικά τολμηρή και θαρραλέα, δεν διστάζει να σατιρίσει την αειθαλή γοητεία της στο «Ο Θάνατος σου Πάει Πολύ» (1992), να ενσαρκώσει μια διαβολική μητέρα στο «Κραυγή στο Σκοτάδι» (1989), να περιφέρεται με παλιοκούρελα ως αλκοολική στο «Ironweed» (1987) ή να διοικεί με άκαρδη σκληρότητα το περιοδικό «Runaway» στο «Ο Διάβολος Φοράει Prada» (2006).

Παρότι έχει δουλέψει με τεράστια ονόματα,  όπως ο Σίντνεϊ Πόλακ, ο Γούντι Άλεν, ο Κλιντ Ίστγουντ ή ο Στίβεν Ντάλντρι, αποφεύγει συστηματικά να συνδέσει το όνομά της με κάποιον συγκεκριμένο σκηνοθέτη, προτιμώντας την καλλιτεχνική ανεξαρτησία και τη δημιουργική περιήγηση. Είπαμε: η Μέριλ διευθετεί τις ανοιχτές κινηματογραφικές της υποθέσεις με το δικό της τρόπο… Γι’ αυτό δεν άφησε ποτέ κανέναν και τίποτα να αναμειχθεί στην προσωπική της ζωή. Ενάντια στους κανόνες των ατζέντηδων, η Μέριλ Στριπ δεν κατοικεί σε κάποια από τις κακόγουστες βίλες του Λος Άντζελες, επιμένοντας να απολαμβάνει την πνευματικότητα της Νέας Υόρκης και την ησυχία του Κονέκτικατ. Μακριά από τις κάμερες, τα talk shows και τα κόκκινα χαλιά, η σταρ ζει τα τελευταία 34 χρόνια με το σύζυγό της, γλύπτη Ντον Γκάμερ, έχοντας κάνει μαζί του τέσσερα παιδιά. 


Το ονειρικό ξεκίνημα της ντίβας

Μπορεί να μη διαθέτει αψεγάδιαστη πλαστική ομορφιά, αλλά η Αμερικανίδα ηθοποιός είχε πάντοτε μια εγγενή λάμψη που τραβούσε το βλέμμα όπως η χρυσόσκονη στο ημίφως. Το 1977 τα ασυνήθιστα  χαρακτηριστικά της και η ολόλευκη, σχεδόν μαργαριταρένια, επιδερμίδα της χαρίζουν το one-way κινηματογραφικό εισιτήριο για το Χόλιγουντ με την ταινία «Τζούλια», όπου η άσημη τότε Μέριλ Στριπ καταφέρνει να ξεχωρίσει πίσω από ονόματα-μύθους όπως η Βανέσα Ρέντγκρεϊβ και η Τζέιν Φόντα. Στη δεύτερη μόλις εμφάνισή της στην οθόνη, στο αντιπολεμικό έπος του Μάικλ Τσιμίνο «Ο Ελαφοκυνηγός» (1978), η 29χρονη ηθοποιός θα κάνει την έκπληξη κερδίζοντας πολύ νωρίς την πρώτη της οσκαρική υποψηφιότητα.

Στο νεαρό πρόσωπό της θα απεικονιστεί ολόκληρη η υπόκωφη θλίψη και ο συλλογικός αμερικανικός πόνος του πολέμου του Βιετνάμ. Ένα μόλις χρόνο αργότερα έρχεται και το πρώτο Όσκαρ για το ερμηνευτικό της σόλο στο οικογενειακό δράμα «Κράμερ Εναντίον Κράμερ»: σύντομο, περιεκτικό, γεμάτο ημιτόνια και χωρίς τετριμμένα μελοδραματικά ξεσπάσματα, αλλά με την εσωτερική ένταση να αποτυπώνεται σε μικρές ανεπαίσθητες νευρικές κινήσεις των χεριών της. Η συγκλονιστική απολογία της στο δικαστήριο, για την απόκτηση της κηδεμονίας του γιου της οικογένειας Κράμερ, θα γραφτεί στην ιστορία του αμερικανικού σινεμά ως ένας από τους σπουδαιότερους θηλυκούς μονολόγους. Ανάμεσα στις οσκαρικές δραματικές ερμηνείες η Μέριλ Στριπ θα προλάβει να δείξει ένα πρώτο δείγμα του εξαιρετικού της ερμηνευτικού χαμαιλεοντισμού ως λεσβία πρώην σύζυγος του Γούντι Άλεν στο τζαζιάρικο ασπρόμαυρο αριστούργημα «Μανχάταν». Πριν καν κλείσει τα 30, έχει ήδη αρχίσει να διαγράφει την ιδιαίτερη μοναχική πορεία της προς την κορυφή του κινηματογραφικού κόσμου.


Το δεύτερο Όσκαρ έφτασε νωρίς

Το γαϊτανάκι των ερμηνευτικών μεταλλάξεων της Μέριλ Στριπ θα συνεχιστεί θριαμβευτικά με τη μεταφορά του θεατρικού έργου «Η Ερωμένη του Γάλλου Λοχαγού» του Χάρολντ Πίντερ στην οθόνη. Ο διπλός ρόλος της ως Σάρα/Άννα θα αποτελέσει ακόμη μια πολλαπλά δεξιοτεχνική ερμηνεία που της επιτρέπει να παίξει στην οθόνη με διαλέκτους, κοστούμια, ακόμη και με τις πλέον ανεπαίσθητες κινήσεις του προσώπου της, φτάνοντας με άνεση σε μια οσκαρική υποψηφιότητα. Το πλήρωμα του χρόνου για την κατάκτηση ενός ακόμη Όσκαρ έρχεται για τη Μέριλ Στριπ με την «Εκλογή της Σόφι» (1982). Με την έξοχη πολωνική της προφορά –το δυνατό για πολλούς ερμηνευτικό της ατού– η Μέριλ Στριπ θα κουβαλήσει στο σημαδεμένο κορμί της και στην κατασπαραγμένη ψυχή της το βαρύ συναισθηματικό φορτίο της ανθρώπινης αποκτήνωσης του Ολοκαυτώματος.

Λίγους μόνο μήνες μετά την κατάκτηση του Όσκαρ, θα κάνει την κορυφαία για πολλούς εμφάνισή της στην οθόνη –με κακόγουστο κούρεμα, γνήσια working class μαγκιά και μασώντας ακατάπαυστα τσίχλα– στην «Εξαφάνιση της Κάρεν Σίλκγουντ» (1983). Τα μέσα της δεκαετίας του ’80 τη βρίσκουν στις αχανείς εκτάσεις της αποικιοκρατούμενης Κένυας και στο «Πέρα από την Αφρική» του Σίντνεϊ Πόλακ. Η ακριβής ερμηνεία των δυο όψεων της ανεξάρτητης και ταυτόχρονα ερωτικά παραδομένης Δανής Κάρεν Μπλίξεν, αλλά κυρίως η χημεία της με τον πρωταγωνιστή Ρόμπερτ Ρέντφορντ –η σκηνή του υπαίθριου λουσίματος αποτελεί μια από τις καλύτερες, παράδοξα λάγνες σκηνές στην ιστορία του σινεμά– θα την οδηγήσουν ξανά στην πηγή του Kodak Theater, αλλά για μία ακόμη φορά δεν θα καταφέρει να πιει οσκαρικό νερό. Η χρυσή δεκαετία του ’80 για την καριέρα της Μέριλ Στριπ ολοκληρώνεται με το «Ironweed» (1987), ως απόκληρη και ρακένδυτη Έλεν Άρτσερ, με την «Κραυγή στο Σκοτάδι» (1988), όπου «σταυρώνεται» από την κοινή γνώμη ως Λίντι Τσάμπερλεϊν, αλλά και με την αυτάρεσκα κωμική ερμηνεία της στη «Διαβολογυναίκα» (1989).

Ο πειραματισμός των ’90s και η αναγέννηση

Έπειτα από ένα επιτυχημένο σερί δραματικών ρόλων, η ώριμη πλέον σταρ αποφασίζει να πειραματιστεί με πιο ανάλαφρα είδη ταινιών, που θα της επιτρέψουν να σκουπίσει τα κατακόκκινα μάτια της και επιτέλους να χαμογελάσει στην οθόνη. Η διάθεση για πειραματισμούς –που έχει ξεκινήσει από τη «Διαβολογυναίκα»– επιβεβαιώνεται από το γλυκόπικρο «Φλερτάροντας τη Ζωή» (1990) και προχωρά σε νέα οργιαστικά επίπεδα με την απολαυστικότατη μαύρη κωμωδία «Ο Θάνατος σου Πάει Πολύ» του Ρόμπερτ Ζεμέκις. Οι καλές στιγμές της στη δεκαετία του ’90, όπως αυτή στις «Γέφυρες του Μάντισον» (1995) με τον Κλιντ Ίστγουντ αλλά και στο βαρέων βαρών δράμα «Κάτι Αληθινό» (1998), ισορροπούν δίπλα σε αρκετές μέτριες επιλογές, όπως το «Υπερασπίζοντας τη Ζωή Μας» (1991) και το «Πριν και Μετά» (1996).

Λίγο πριν από το millennium, η Μέριλ Στριπ δείχνει με την «Τρυφερή Σχέση» (1999) ότι αρχίζει να βρίσκει και πάλι τα ερμηνευτικά πατήματά της. Η ολοκληρωτική αναγέννησή της όμως θα ξεκινήσει το 2002 με τις «Ώρες» του Στίβεν Ντάλντρι, τη συγκινητική ιστορία τριών γυναικών που προσπαθούν να απεγκλωβιστούν από την αποπνικτική πραγματικότητα, ενώ την ίδια χρονιά το εκκεντρικό «Adaptation» του Σπάικ Τζονζ θα την επαναφέρει στο οσκαρικό προσκήνιο. Το «Διάβολος Φοράει Prada» του 2006 είναι η απόλυτη δικαίωση για την Αμερικανίδα ντίβα. Σε μια απίθανη κινηματογραφική μεταμφίεση, η Μέριλ Στριπ θα ερμηνεύσει την bitchy διευθύντρια ενός περιοδικού μόδας, κερδίζοντας και πάλι την αγάπη του κοινού κάθε ηλικίας. Οι πρόσφατες μεταλλάξεις της από αυστηρή καλόγρια με παγερό βλέμμα στην «Αμφιβολία» (2008) στη «μάνα μου τη χίπισσα» του «Mamma Mia!» (2008) και από αξιωματούχο της CIA στο «Έκδοση Κρατούμενου» (2007) σε τηλεοπτική σεφ στο «Τζούλι & Τζούλια» (2009) αποδεικνύουν ότι η Μέριλ Στριπ είναι η καλύτερη εν ενεργεία ηθοποιός αυτή τη στιγμή στον κόσμο… Και ένα Όσκαρ για την ερμηνεία της στη «Σιδηρά Κυρία» απλώς θα το επιβεβαιώσει και τυπικά.

Σχετικά Θέματα

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα * e-mail
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης