Συνέντευξη

Κλειώ Φανουράκη, τι σημαίνει «Ξα μου»;

Από -

Η Ηρακλειώτισσα σκηνοθέτης Κλειώ Φανουράκη μας δίνει τη δική της, κινηματογραφική εξήγηση, βασισμένη στο ανάλαφρο κοινωνικό δράμα της με πρωταγωνιστή τον Γιώργο Χωραφά.

Θεατρολόγος, διδάκτωρ και διδάσκουσα θεατρολογίας-θεάτρου στην εκπαίδευση, ηθοποιός και κινηματογραφική σκηνοθέτης. Πως συνδυάζονται όλα αυτά και ποια από τις ιδιότητές σας νιώθετε να σας εκφράζει περισσότερο;
Είναι αλληλοσυμπληρωματικά κι αλληλένδετα. Θεωρία και πράξη. Τα αγαπώ πολύ και δεν μπορώ να τα διαχωρίσω. Τα αισθάνομαι, αλλά και τα βιώνω στην εργασία μου ως μία αλυσίδα.

Πως ξεκίνησε η ταινία; Πήρε αφορμή την οικονομική κρίση ή ήταν η Κρήτη, το νησί σας, αυτή που γέννησε την ιστορία του Τζόνι;
Η αφορμή ήταν η οικονομική κρίση, η Κρήτη ακολούθησε στην πορεία. Η αρχική εκδοχή του σεναρίου μου ήταν μια μαύρη, ασπρόμαυρη βασικά, συνεκδοχική ιστορία στην Αθήνα, όπου και ζω. Ο Τζόνι, ως χαρακτήρας, με απασχολούσε: το 2012-2014 στην Ελλάδα μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων και δη αντρών που καταστράφηκε  ήταν μεσήλικες αυτοδημιούργοι και «καλοφτιαγμένοι» στο πλαίσιο μιας τυχοδιωκτικής εργασιομανίας. Την ίδια στιγμή χιλιάδες…νέοι έφευγαν και φεύγουν. Κι εμείς εδώ (στο πρώτο ενικό και πληθυντικό) βιώνουμε καθημερινά τις επιπτώσεις. Ήρθε μια στιγμή που το σενάριο μου, αν και με φόντο την Αθήνα, με πήγε στην ενδοχώρα της Κρήτης.

Πιστεύετε πως η επιστροφή στις ρίζες μας και τη γη μας, μαζί με την επαναπροσέγγιση των παραδόσεών μας, είναι μια απάντηση στην οικονομική, κυρίως όμως ανθρωπιστική κρίση που βιώνουμε;
Τις βλέπω ως ερώτηση. Όχι ως απάντηση. Ίσως ένας «start up» Tζόνι, όπως ο πρωταγωνιστής στην ιστορία, θα μπορέσει να μας το πει κάποια… χρόνια αργότερα. Γράφοντας το σενάριο και μελετώντας τους ανθρώπους του ελληνικού πρωτογενή τομέα, βλέπω την έντονη ανάγκη ένωσης δύο κόσμων: των μικρών παραγωγών-καλλιεργητών, αγροτών και των ανθρώπων της οικονομικής ανάπτυξης και του «επιχειρείν». Δύο διαφορετικά «επιχειρείν» σε ένα. Η ένωσή τους αυτή σπάει τα  δεσμά της υπ(ο)αλληλικής σχέσης και τα πράγματα ξαναβρίσκουν τη γνησιότητά τους.

Ποια εικόνα της Κρήτης θέλατε να αναδείξετε με την ταινία; Μοιάζει να σκηνοθετείτε το νησί με ένα λατρευτικό τόνο και μια αισθητική προσέγγιση που εστιάζει στην «τελειότητα» του τοπίου…
«Τόλμα να πεις όχι και θα σε πετάξω στη θάλασσα» απαντάει ο ψαράς (Νίκος Μπουσδούκος) στον Τζόνι (Γιώργο Χωραφά), όταν ο δεύτερος τον πειράζει για το ότι η Κρήτη είναι το κέντρο του κόσμου. Στην ταινία υπάρχει ένας αυτοσαρκασμός των Κρητικών για τον τόπο τους. Την ίδια στιγμή υπάρχει ο τόπος, ακέραιος, ατόφιος. H ομορφιά αλλά και η αγριότητα του τοπίου δίνει ηρεμία και δύναμη στον ήρωα. Το κρητικό τοπίο, με όλες του τις αντιθέσεις, έχει έναν δραματουργικό ρόλο στην ταινία. Και ο ρόλος αυτός βασίζεται στην απλότητα των ανθρώπων της γης που ξεφεύγει από τις βροντόφωνες κι αλλοιωμένες απεικονίσεις του Κρητικού- και δίνει χώρο στο χιούμορ και στο πνεύμα της καλής παρέας.

Η έντονη εθνογραφική εικόνα του φιλμ πόσο κοντά – ή πόσο μακριά – βρίσκεται από το φολκλόρ;
Η μινιμαλιστική αισθητική της ταινίας, την οποία υποστηρίζουν αρμονικά όλοι οι συνδημιουργοί, βρίσκεται κοντά στην αλήθεια και στην αυθεντικότητα των στιγμών και των τοπίων και συχνά λειτουργεί αντιστικτικά στις παραδόσεις και στα έθιμα του τόπου. Το φολκόρ έχει επικρατήσει στην καθομιλουμένη με την αρνητική έννοια της σημασίας του και υπό αυτή την έννοια το «Ξα μου» είναι αντιφολκόρ ως προς την κρητική κουλτούρα, μέσα από τις πινελιές όλων των συντελεστών, εστιάζοντας στην «πραγματικότητα» αυτών των ανθρώπων μέσα στο φυσικό τους τοπίο.

Το «Ξα μου» είναι η πρώτη σας μεγάλου μήκους ταινία, στην οποία συνεργάζεστε με καταξιωμένους επαγγελματίες του κινηματογράφου σε όλα τα στάδια δημιουργίας. Την ίδια στιγμή συνεργάζεστε με μη ηθοποιούς που παίζουν πρώτη φορά. Τι σας μένει από αυτή την εμπειρία;
Η πολύ συστηματική  στόχευση  όλων τους, σε όλα τα στάδια της δημιουργίας της ταινίας, μέσα από μια κοινή ματιά: τη συνάντηση με το καθαρό βλέμμα των ανθρώπων, το χρόνο που αλλάζει από το «γραφείο και τον υπολογιστή» έξω στη γη και τις νέες δυναμικές που προκύπτουν από τη συνύπαρξη αυτών των δύο διαφορετικών κόσμων. Από τη δυναμική του συνεργείου και όλων των συντελεστών στο γύρισμα ως την τελευταία λεπτομέρεια στην τελική επεξεργασία εικόνας και ήχου, όλοι ένας προς έναν στάθηκαν δίπλα μου πολύ ουσιαστικοί, εσωτερικοί και ρυθμικοί. Και τους ευγνωμονώ.

Το σύγχρονο ελληνικό σινεμά έχει αποτυπώσει την πραγματικότητα της κρίσης με σκοτεινούς και απαισιόδοξους κυρίως τόνους. Γιατί εσείς, αντίθετα, επιλέγετε μια φωτεινή και αισιόδοξη προσέγγιση;
Η ταινία παίζει με την αλληγορία του σπηλαίου του Πλάτωνα και  τις σκιές ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως. Ο Τζόνι απαλλάσσεται σταδιακά από τις σκιές του, αλλά τις κουβαλάει μέσα του ως το τέλος. Η ανάταση έρχεται μέσα από τη βιωματική διαδρομή του στην ενδοχώρα, την ίδια στιγμή που οι προτάσεις που του κάνουν για δουλειά δεν ξεπερνάνε τα 400-600 ευρώ, full ή part time. Την ίδια στιγμή που τη ρωγμή της κρίσης την βιώνουμε όλοι με διαρκείς ανατροπές και νέα δεδομένα. Κάπου εκεί, οι καζαντζακικοί αυτοί άνθρωποι της γης, μάς δίνουν δύναμη και φως.  Και ο Τζόνι, «θάβοντας» κομμάτια του παλιού του εαυτού, ανακαλύπτει κάτι νέο. Ενώ ο στιχουργός συνεχίζει: «Σβήνω τα φώτα του πλανήτη για να μπω σ’ ένα παράθυρο αδειανό»;

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα * e-mail
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης