Συνέντευξη

Η Σοφία Εξάρχου πιστεύει ότι οι πιτσιρικάδες προσπαθούν να τινάξουν από πάνω τους τη νοσταλγία για το παρελθόν

Η Σοφία Εξάρχου, μια τις βραβευμένες ανερχόμενες Ελληνίδες κινηματογραφίστριες, ετοιμάζεται για την κυκλοφορία της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας της στις ελληνικές αίθουσες. Το «Park» έχει ως ζοφερό φόντο το Ολυμπιακό Χωριό, όπου μια παρέα παιδιών ζει στις εγκαταλελειμμένες αθλητικές εγκαταστάσεις δέκα και πλέον χρόνια μετά την Ολυμπιάδα του 2004. Το νεανικό δράμα έχει βραβευθεί σε φεστιβάλ του εξωτερικού, μεταξύ των οποίων το πρωτοκλασάτο φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν αλλά και σ’ αυτό της Θεσσαλονίκης. Διαβάστε τη συνέντευξή της παρακάτω.

Πώς θα περιέγραφες την εμπειρία της πρώτης σου μεγάλου μήκους;
Είναι με τεράστια διαφορά ό,τι πιο δύσκολο έχω κάνει επαγγελματικά στη ζωή μου. Τώρα τελείωσε, γυρνάω προς τα πίσω και πραγματικά αναρωτιέμαι πώς μπήκα σε αυτό το ταξίδι, και μαζί με μένα, μπήκανε και πολλοί άλλοι. Τέσσερα χρόνια μετά, καταφέραμε να φθάσουμε στο τέλος της διαδρομής και να έχουμε και μια ταινία μαζί μας. Είναι πολύ δύσκολη η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους, γιατί όλα τα στάδια τα βιώνεις για πρώτη φορά. Το καλό είναι ότι για κάθε στάδιο νομίζεις ότι αυτό είναι το πιο δύσκολο, ότι μετά τα πράγματα θα είναι πιο εύκολα και αυτό σε βοηθάει να συνεχίσεις. Όμως το άγχος και η ανασφάλεια είναι μεγάλη, γιατί ξεκινάς χωρίς πραγματικά να γνωρίζεις πολλά πράγματα, τα οποία αντιλαμβάνεσαι σταδιακά καθώς συνεχίζεις να δουλεύεις. Από την άλλη, υπάρχει και μια «αυθάδεια», ακριβώς εξαιτίας αυτής της άγνοιας. Μια τόλμη, που μπορεί να είναι πολύ δημιουργική και που ίσως να χάνεται στις επόμενες ταινίες.

Πώς έγινε το κάστινγκ των ηθοποιών και με ποια κριτήρια κατέληξες στους πρωταγωνιστές της ταινίας;
Το πρώτο και δυσκολότερο ίσως στάδιο ήταν η αναζήτηση αυτών των παιδιών. Ψάξαμε πολύ. Σε σχολεία, σε θεατρικές ομάδες, σε σχολές χορού, από γνωστούς και φίλους, στο δρόμο, όπου μπορούσαμε να βρούμε παιδιά. Η διαδικασία κράτησε πολύ καιρό και είδαμε πάνω από πεντακόσια. Στο πρώτο στάδιο, μ' ενδιέφερε να δω τη φαντασία των παιδιών καθώς και την επιθυμία τους να εκφραστούν μέσα από το υποκριτικό παιχνίδι. Αυτά τα δύο στοιχεία, τα αντιλαμβάνεσαι στα δοκιμαστικά όταν αρχίζεις να περιγράφεις σε ένα παιδί μια φανταστική συνθήκη και ξαφνικά βλέπεις στα μάτια του τον ενθουσιασμό καθώς κατασκευάζει όλη την εικόνα στο μυαλό του, και προσπαθεί μετά να την εκφράσει μέσα από τις δράσεις που δημιουργεί. Επέλεξα πάνω από είκοσι για το δεύτερο στάδιο, όπου πλέον οι οντισιόν ήταν ομαδικές. Κάναμε πρόβες, αυτοσχεδιασμούς και μερικές φορές, χωρίς να το ξέρουν τα παιδιά, παίζαμε και κομμάτια από σκηνές της ταινίας. Ήθελα να φτιάξω μια παρέα δώδεκα παιδιών, μια παρέα που να θυμίζει με έναν τρόπο τις παρέες στα χωριά το καλοκαίρι. Εκεί, υπάρχει κάποιο είδος απομόνωσης και τα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας αναγκάζονται να συνυπάρχουν και να κάνουν παρέα με μικρότερα. Έπρεπε δηλαδή η παρέα του «Park» να έχει μια πολυμορφία και οι χαρακτήρες να λειτουργούν κάπως συμπληρωματικά.

Για τους δυο πρωταγωνιστές, η διαδικασία ήταν διαφορετική. Ο ρόλος της Άννας είναι απαιτητικός στην ταινία. Η Άννα είναι πρώην αθλήτρια της ενόργανης και η βασική δυσκολία του ρόλου ήταν ότι είχε ελάχιστο διάλογο και όλα τα αισθήματα και τις σκέψεις έπρεπε να τα επικοινωνήσει κυρίως μέσα από το σώμα και τα βλέμματά της. Η Δήμητρα Βλαγκοπούλου ταίριαζε εμφανισιακά πολύ με την ηρωίδα, γιατί ήταν κι αυτή στο παρελθόν αθλήτρια και χορεύτρια και επίσης προσέγγισε ήδη από τα δοκιμαστικά με μια ιδιαίτερη ευαισθησία το ρόλο της Άννας. Το ίδιο ισχύει και για τον Δημήτρη, ο οποίος παίζει το μεγαλύτερο και δυσκολότερο ρόλο στην ταινία. Κάναμε πολλούς αυτοσχεδιασμούς και δοκιμάσαμε μαζί τις περισσότερες σκηνές. Έτσι στο τέλος των δοκιμαστικών, ήξερα ότι μπορούσε να το κάνει, γιατί μετά από όλες αυτές τις πρόβες είχα δει την εικόνα του. Είχα καταλάβει ότι αυτός είναι ο πρωταγωνιστής.

Ποιες ταινίες σε επηρέασαν ή έβλεπες κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων;
Δεν έβλεπα σχεδόν καθόλου ταινίες κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, γιατί δεν είχα καθόλου χρόνο και μου ήταν δύσκολο να χαλαρώσω. Μου έλειπε πολύ, αλλά δεν μπορούσα να το κάνω. Νομίζω ότι όταν γυρνάς μια ταινία, βρίσκεσαι σε μια πολύ ευαίσθητη περίοδο. Το μυαλό σου είναι βυθισμένο συνεχώς στον κόσμο αυτού του φιλμ και όσο κουραστικό κι αν είναι αυτό σε στιγμές, νιώθεις ότι δε θες να βγεις από αυτό τον κόσμο και δε θες να τον «μπερδέψεις» ή να τον «ανακατέψεις» με άλλες εικόνες και ιστορίες.

Πώς βρέθηκαν τα παιδιά να κάνουν παρέα;
Πέρα από 2-3 αγόρια, που προέρχονταν από το ίδιο σχολείο, τα υπόλοιπα παιδιά δε γνωρίζονταν καθόλου. Βρέθηκαν να κάνουν παρέα μέσα από τις πρόβες. Οι πρόβες διήρκησαν πολλούς μήνες, οπότε τα παιδιά περάσανε πολύ χρόνο μαζί. Το γεγονός επίσης ότι παίζανε όλοι μαζί σε μια ταινία, αυτό το παιχνίδι και αυτός ο στόχος, τους ένωσε ακόμα περισσότερο. Και βέβαια ενωθήκανε ακόμα πιο πολύ στη συνέχεια με τα γυρίσματα, όπου ζήσανε όλοι μαζί αυτή την εμπειρία, με όλη την χαρά, την ένταση, αλλά και την κούραση που είχε. Για μένα, ήταν πολύ σημαντικό από την αρχή να κάνουνε παρέα, γιατί στο σενάριο υποτίθεται ότι είναι μια παρέα παιδιών, που έχουν μεγαλώσει μαζί στο Ολυμπιακό Χωριό και γνωρίζονται πολλά χρόνια. Τα πιο μικρά από τα παιδιά, μάλιστα, έχουν γεννηθεί σ αυτό το μέρος. Είναι με ένα τρόπο το μοναδικό περιβάλλον που έχουν γνωρίσει και αυτή η παρέα, η μοναδική ομάδα στην οποία έχουν υπάρξει.

Οι πρωταγωνιστές-παιδιά μοιάζουν να είναι ξεχασμένα από όλους, όμως αντεπεξέρχονται στις δυσκολίες. Πώς φαντάζεσαι το μέλλον τους;
Δε νομίζω ότι είναι μέρος της δουλειάς του σκηνοθέτη να δίνει τις απαντήσεις και να μας δείχνει το μέλλον. Νομίζω ότι είναι ωραίο να προτείνει τις ερωτήσεις, να παρουσιάζει έναν κόσμο και να συνδιαλέγεται μέσα από αυτόν με το θεατή. Και ο θεατής, βλέποντας την ταινία, να έχει τη δυνατότητα να τη δεχτεί ή να την απορρίψει ή και τα δυο μαζί... Νομίζω ότι φθάνοντας στις τελευταίες σκηνές του «Park» η ταινία βάζει τις ερωτήσεις. Οι δυο τελευταίες σκηνές, μια σκηνή συνειδητοποίησης για τον ήρωα και ένα τελευταίο «σόου» από όλα τα παιδιά, παρουσιάζουν την κατάσταση και τα συναισθήματα στο τέλος της ταινίας και προτείνουν στο θεατή κάποιες σκέψεις για το μέλλον τους.

Η δική τους παιδική χαρά είναι τα εγκαταλελειμμένα ολυμπιακά ακίνητα, κτήρια που συμβολίζουν μια αλλοτινή ευφορία, την οποία έχουμε χάσει. Πιστεύεις ότι οι ήρωές σου προσπαθούν να προστατέψουν την αφέλεια της ηλικίας τους, χωρίς να θέλουν βιαστικά να ενηλικιωθούν;
Η δική τους παιδική χαρά είναι τα απομεινάρια των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Τα κτίρια που στέκουν εγκαταλελειμμένα και συμβολίζουν μια αλλοτινή, κατά τη γνώμη μου, κάπως μάταιη, ευφορία. Το «Park» προσπαθεί να δει τι έμεινε μετά το σόου. Και αυτό που έμεινε είναι μια παρέα πιτσιρικάδων, που νιώθουμε σαν να χουν φορτωθεί τη νοσταλγία όλης της χώρας για τα «σπουδαία» και τα «μεγάλα». Καθώς τρέχουν μέσα σε αυτούς τους χώρους, μοιάζουν να παλεύουν να τινάξουν από πάνω τους αυτή τη νοσταλγία, να απελευθερωθούν από αυτό το χώρο και να βρούνε τη δικιά τους πορεία. Εκτός από τα παραπάνω όμως, προσπαθούν, μάλλον ασυνείδητα, να προστατέψουν και την ελπίδα τους. Δεν προσπαθούν να προστατέψουν μόνο την αφέλεια και την αθωότητά τους, αλλά προσπαθούν να πιαστούν με νύχια και με δόντια από τη ζωή. Να μην την αφήσουν να τους προσπεράσει. Και κατά τη γνώμη μου, δεν προσπαθούν καν, αλλά μάλλον δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Δεν μπορούν να δεχθούν αυτό το περιβάλλον και να συμβιβαστούν με την εικόνα που υπάρχει γύρω τους. Η ηλικία τους, η αθωότητά τους δεν τους το επιτρέπει.

Τι σε ενέπνευσε να γυρίσεις στο Ολυμπιακό Χωριό την ταινία;
Η αρχική πηγή έμπνευσης της ταινίας δεν ήταν το Ολυμπιακό Χωριό. Αρχικά ήθελα να αφηγηθώ την ιστορία μιας παρέας παιδιών που ζουν σε ένα απομονωμένο μέρος μακριά από την πόλη, σε ένα έρημο μέρος που δεν έχει να τους προσφέρει τίποτα. Να τους τοποθετήσω σε ένα τέτοιο χώρο και να τους παρατηρήσω. Έψαχνα για καιρό να βρω αυτό το μέρος, γιατί δεν ήθελα να είναι μια αναγνωρίσιμη συνοικία της Αθήνας, αλλά ένα μέρος που να έχει ένα χαρακτήρα πιο «αφηρημένο», χωρικά και χρονικά. Την ιστορία του Ολυμπιακού Χωριού την έμαθα μέσα από τη σειρά ντοκιμαντέρ «Μικροπόλεις», που είχαν κάνει πριν μερικά χρόνια οι σκηνοθέτες Γιάννης Γαϊτανίδης, Περσεφόνη Μηλιού και Θωμάς Κιάος. Ένα από τα επεισόδια της σειράς, που σκηνοθέτησε η Περσεφόνη, ήταν για το Ολυμπιακό Χωριό. Όταν το επισκέφτηκα, αμέσως κατάλαβα ότι ήταν το μέρος που έψαχνα, γιατί είχε αυτή την αίσθηση και παράλληλα μιλούσε αυτός ο χώρος με ένα πολύ ιδιαίτερο τρόπο για την ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων 2 δεκαετιών, αλλά και γενικότερα για το δυτικό κόσμο. Με έμπνευση το Ολυμπιακό Χωριό αποφάσισα να «κατασκευάσω έναν κόσμο». Έχοντας δηλαδή το Χωριό ως βάση, πρόσθεσα και άλλα εγκαταλελειμμένα αθλητικά κτίρια και ολυμπιακές εγκαταστάσεις εκτός του Ολυμπιακού Χωριού. Μου άρεσε πολύ η ιδέα να κατασκευάσω ένα κόσμο με αφορμή την ιστορία του Ολυμπιακού Χωριού. Το «Park» είναι ένα έρημο μέρος, που όμως δε δημιουργήθηκε εξαιτίας ενός πολέμου ή κάποιας άλλης καταστροφής, αλλά δημιουργήθηκε από τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Το «Park» έχει ταξιδέψει σε πολλές χώρες του εξωτερικού, και έχει βραβευθεί σ’ αυτές. Ο τρόπος κινηματογράφησής του κι η αφαιρετική αφήγηση που το χαρακτηρίζει, πιστεύεις ότι μπορεί να επικοινωνήσει με το ελληνικό κοινό;
Ελπίζω να καταφέρει να επικοινωνήσει με το ελληνικό κοινό με τον ίδιο τρόπο που τα κατάφερε με το κοινό του εξωτερικού, όπου έχει μέχρι τώρα ταξιδέψει η ταινία. Με τον τρόπο κινηματογράφησης, τις επιλογές στην αφήγηση και το ρυθμό που έχει η ταινία, το «Park» προτρέπει το θεατή να βιώσει μέσα στην αίθουσα για μιάμιση ώρα την εμπειρία της ζωής αυτών των παιδιών. Από τις συζητήσεις μου με τους θεατές, έχω νιώσει ότι έχει κάτι έντονο και ιδιαίτερο αυτή η εμπειρία και ελπίζω αυτό να κινήσει το ενδιαφέρον του ελληνικού κοινού και να έρθει να δει την ταινία.

Σχετικά Θέματα

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης