Ξενιτεμένος (κυρίως με ταξίδια και διαβάσματα), ο Γιανναράς αγαπάει τα άσχημα ξεμπερδέματα με τον εαυτό του. Αν το καθετί είναι μεικτό και αμφίσημο, όπως το όνειρο που μιλάει δύο γλώσσες, τότε κάθε μικρή ή μεγάλη αφήγηση καθρεφτίζεται στον υποτιθέμενο εαυτό της, αναγνωρίζοντας μεταμορφώσεις κι έναν κακό αέρα αμφιβολίας. Με παρόμοιο υλικό μπορεί κανείς να μαστορέψει ένα δοκίμιο, αλλά το διήγημα υπερτερεί σε δυσκολία. Λαμβάνοντας υπόψη μας ότι είναι το πρώτο του βιβλίο, τότε το αποτέλεσμα κρίνεται επιτυχές. και στο δεύτερο διήγημα της συλλογής («Ο Φατσέας») διεκδικεί τον έπαινο της εσωτερικής ματιάς. Ενώ ξεκινά με υλικό ηθογραφικό από κάποιο νησί, από βαθμίδα σε βαθμίδα παρακολουθούμε τον εσωτερικό διχασμό και τις παράταιρες μεταμορφώσεις κατορθωμένες από πένα που έχει υπερβεί τον πρωτόλειο εαυτό της. «Σαν τα φρεσκοζωγραφισμένα πρόσωπα των αγίων, που χρειάζονται πολλά τρυφερά φιλιά για να μαλακώσουν».
ΙΝΔΙΚΤΟΣ, σελ. 105, τιμή € 10